διά

διά
προθ. I με γεν.
1) (при обознач, пространства) по; через;

διά ξηράς — по суше, сухопутным путём;

διά θαλάσσης — по морю;

παρέλασις διά των οδών — уличное шествие;

διά της θύρας — через дверь;

διά του δάσους — через лес;

2) (при обознач, способа, образа действия) посредством;

διά του ατμόπλοίου — пароходом;

διά της ράβδου — палкой;

διά χρημάτων — посредством денег, за деньги;

στέλλω τα χρήματα δι' επιταγής посылать деньги переводом;
τον αντικατέστησε δι' άλλου он его заменил другим; 3) (при обознач, времени):

διά παντός — навсегда;

διά βίου — пожизненно;

§ δι' ολίγων — или διά βραχέων — в нескольких словах, вкратце;

διά μακρών — многословно, пространно;

διά μιάς — сразу, немедленно;

διά πυρός και σιδήρου — огнём и мечом;

τον έχω διά βίου — он мне осточертел;

II με αιτιατ.
1) (при обознач, причины):

ονομαστός διά τον πλούτον του — он известен своим богатством;

κατηγορείται διά κλοπήν — он обвиняется в краже;

τον αγαπώ διά την εργατικότητα — я его люблю за трудолюбие;

2) (при обознач, цели, назначения):
υλικόν χρήσιμον δι' οικοδομικά έργα материал, годный для строительных работ; χάρτης δι' εφημερίδας газетная бумага; ανεχώρησεν δι' ανάπαυσιν он уехал отдыхать; 3) о, об, относительно, по поводу;

διά τό ζήτημα σου, τίποτε το νεώτερον — относительно твоего дела нет ничего нового;

4) (при обознач, направления, места назначения) в, на;

ετοιμάζομαι διά την Εύρώπην' — я собираюсь в Европу;

αναχωρώ διά Πάτρας — я уезжаю в Патры;

5) (при обознач, срока, времени):

η συνεδρίασις ωρίσθη' διά την επομένήν Δευτέρα — заседание назначено на будущий понедельник;

μίσθωσις διά πέντε έτη — аренда на пять лет;

6) (в сочетании с зависимым наклонением) чтобы;

διά να φθάσω εκεί — чтобы добраться туда;

7) (при мольбе, заклинании):
δι' αγάπην τού Χρίστου ради Христа;

§ διά τί; — почему?, зачем?;

διά τοδτο — поэтому;

όσον διά... — что (же) касается..., в отношении...;

δέκα διά δυό — десять, делённое на два


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Полезное


Смотреть что такое "διά" в других словарях:

  • Δία — Δίᾱ , Δίη fem nom/voc/acc dual Δίᾱ , Δίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά — through indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δῖα — neut nom/voc/acc pl Δῖον neut nom/voc/acc pl Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • δία — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • Δίᾳ — Δίαι , Δίη fem nom/voc pl Δίᾱͅ , Δίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά κενής — διά κενῆς και διακενῆς (ενν. πράξεως) επίρρ. (AM) 1. άσκοπα, μάταια, ανώφελα 2. χωρίς λόγο, αναίτια …   Dictionary of Greek

  • Διᾶ — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διά — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δῖα — δῖος heavenly fem nom/voc sg (epic) δῖος heavenly neut nom/voc/acc pl δῖος heavenly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δία — δί̱ᾱ , δῖος heavenly fem nom/voc/acc dual δί̱ᾱ , δῖος heavenly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»